Τα ταπεινά κουλουράκια της παιδικής μας αθωότητας

Tα κουλουράκια τα ανακάλυψα, σε καθημερινή και συστηματική βάση, όταν πήγα στο νηπιαγωγείο. Η μητέρα μου με περνούσε τον κεντρικό δρόμο και με άφηνε έξω από το φούρνο του κυρίου Γιώργου, του γείτονα μας του φούρναρη που έκανε τα καλύτερα κουλουράκια του κόσμου!

Της Μαρίας Καλλέργη

Έπαιρνα δύο κουλουράκια και πήγαινα μόνη μου στο νηπιαγωγείο, σε μια επαρχιακή πόλη πριν από δεκαετίες αυτό δεν ήταν επικίνδυνο.
Φτάνοντας στο σχολείο ο νους μου ήταν στο διάλλειμα. Καθόμουν στα σκαλιά του Αη-Γιώργη (ήταν η αυλή του νηπιαγωγείου) και μασουλούσα με περισσή απόλαυση τα κουλουράκια μου. Η ευχάριστη αυτή συνήθεια συνεχίστηκε και στο δημοτικό. Μετά το ξέχασα, δε σταμάτησα να τρώγω κουλουράκια, μα θαρρώ πως εκείνη τη γεύση δεν την είχα ξανασυναντήσει.
Οι μνήμες αυτές ξύπνησαν ξαφνικά όταν πήγα στο φούρνο της γειτονιάς μου και η μαμά προσπαθούσε να πείσει το μικρό μαθητή να πάρει ένα ταπεινό κουλουράκι, αντί του Γαλλοφερμένου κρουασάν.   Τρυφερές αναμνήσεις και γευστικές αναδρομές κατέκλυσαν τη σκέψη μου και έφτιαξαν τη μέρα μου. Το πρωινό μου … ταξιδάκι στο παρελθόν, με έκανε να σκεφτώ πώς όσο μεγαλώνουμε σταματούμε να εκτιμούμε τα απλά και καθημερινά πράγματα. Αυτά που κρύβουν ευτυχία αλλά και την παιδική αθωότητα που χάσαμε ανεπιστρεπτί.
 

Κύλιση στην κορυφή